ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΛΑΣΙΚΟΙ – Άντον Τσέχωφ
Anton Pavlovich Chekhov
‘Αντον Τσέχωφ
Γεννήθηκε στο Ταγκανρόγκ, μικρό επαρχιακό λιμάνι της θάλασσας του Αzov στη νότια Ρωσία, στις 17 ή 29 Γενάρη 1860. Γιος παντοπώλη, ήταν το 3ο από 6 παιδιά. Το χωριουδάκι αυτό τότε, ήταν η πιο άθλια γωνιά ολάκερης της χώρας, γιατί λόγω της στέπας που το περιέβαλλε, ήτανε πάντα γεμάτο βαθιά λάσπη κι οι κάτοικοί του ήτανε κουρελήδες. Αυτό μπορούμε να φανταστούμε πως επηρέασε βαθιά τον καλλιτέχνη κι αυτό φαίνεται από το έργο που μας άφησε πίσω. Ο παππούς του ήτανε δούλος μα πλούτισε εκμεταλλευόμενος άλλους δούλους, έτσι κατάφερε να εξαγοράσει την ελευθερία του κι όλης της οικογένειάς του, για 700 ρούβλια το κεφάλι. Ειρωνεία! Το 1861 έγινε η χειραφέτηση των δούλων.
Από μικρός ήταν ταλαντούχος μίμος, συμμετείχε στην εκκλησιαστική χορωδία και συχνά μετείχε σ’ ερασιτεχνικές παιδικές παραστάσεις. Ο πατέρας του, Pavel Egorovich, disciplinarian και θρησκευάμενος φανατικός, ήταν αφιερωμένος στην Ανατολικήν Ορθόδοξην Εκκλησία και την οικογενειακήν επιχείρηση. Ήταν ωστόσο και μεθύστακας, -παρ’ όλ’ αυτά ήθελε τα παιδιά του να ‘ναι μορφωμένα κι έτσι έστειλε τον γιο του στο ‘Αριστοκρατικό’, σχολείο της πλούσιας Ελληνικής Παροικίας- κι έτσι το 1875, αντιμετωπίζοντας τη πτώχευση -είτε λόγω ποτού, είτε για το άνοιγμα που επιχείρησε, φτιάχνοντας μεγάλο καινούριο σπίτι-, αναγκάστηκε να δραπετεύσει από τους πιστωτές του στη Μόσχα και για τα μετά χρόνια η οικογένεια γλίστρησεν αρκετά στην ένδεια.
Μόνος ο μικρός έμεινε πίσω για κάτι περισσότερο από 3 έτη για να τελειώσει το σχολείο. Τα κατάφερε κάνοντας είτε θελήματα κι ιδιαίτερα μαθήματα στον γιο ενός πιστωτή, πότε εκποιώντας οικιακά αγαθά και προς το τέλος, εργαζόμενος σε μιαν αποθήκην εμπορευμάτων ιματισμού. Το 1879 ολοκλήρωσε το λύκειο και πήγε να βρει την οικογένειά του, που ζούσε μες στη φτώχεια. Γράφεται στην Ιατρική Σχολή του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας. Γράφει κατά κόρο διηγήματα και τα πουλά, για να συντηρηθεί αυτός κι η οικογένειά του. Έχουνε χιουμοριστικό χαρακτήρα κι είναι πολύ σύντομα χρονογραφήματα της σύγχρονης ρωσικής ζωής, πολλά κάτω από τα ψευδώνυμα Antosha Chekhonte, Strekoza κλπ, το 1880. Δεν είναι γνωστό πόσα έγραψε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου -υπολογίζεται πάνω από 120!-, αλλά η παραγωγή του ήταν βεβαίως καταπληκτική και κέρδισε γρήγορα φήμη ως σατιρικός χρονικογράφος της καθημερινής ρωσικής ζωής στους δρόμους. Λέγεται μάλιστα πως το μόνο που ρωτούσε όταν τα παρέδιδε ήταν: -”Πόσο πληρώνετε;” Το 1881 δολοφονείται ο Τσάρος Αλέξανδρος Β’ κι αναλαμβάνει ο Αλέξανδρος Γ’.
Ο Leykin ιδιοκτήτης ενός από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους, στον οποίο παρουσίασε μερικά από τα πιο σύνθετα και σοβαρά έργα του, αναγνώρισε το ταλέντο του αλλά επιχείρησε να κρατήσει το μήκος τους στις 2-3 σελίδες. Μερικοί θεωρούν ότι ήταν αυτός ο περιορισμός που ανέπτυξε το συνοπτικό, συνεπτυγμένο και συνεκτικόν ύφος της μετέπειτα πορείας των αριστουργημάτων του. Αποφοίτησε και πήρε το δίπλωμα του γιατρού-παθολόγου το 1884, αρχίζει ν’ ασκεί το επάγγελμα στο κρατικό νοσοκομείο της Μόσχας, αλλά δε σταματά να γράφει και μάλιστα για μεγάλα εβδομαδιαία περιοδικά. Δημοσιεύει τη πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο: “Τα Παραμύθια Της Μελπομένης“. Το 1885 κλήθηκε να γράψει για ένα από τα πιό σεβαστά έντυπα της Αγίας Πετρούπολης, (“Novoye Vremya“=”Νέοι Καιροί“) και συνάπτει δυνατή φιλία με τον μεγιστάνα Alexey Suvorin ιδιοκτήτη του.
Από το 1886 γίνεται γνωστός συγγραφέας αλλ’ ακόμα θεωρεί το γράψιμο χόμπι. Ο Dmitrii Grigorovich, ένας από τους πολλούς συγγραφείς που τους άρεσανε τα έργα του, τον έπεισε ν’ αντιμετωπίσει το ταλέντο του σοβαρά. Σ’ ένα πάρα πολύ καρποφόρον έτος, έγραψε πάνω από 100! ιστορίες και δημοσίευσε τη πρώτη συλλογή: “Χρωματιστές Ιστορίες” (“Pestrye Rasskazy“) με την υποστήριξη του Suvorin και το επόμενον έτος η νέα του συλλογή διηγημάτων “Σούρουπο“ (“Dusk“) του αποφέρει το μεγάλο Βραβείο Πούσκιν . Αυτό χαρακτήρισε τις αρχές μιας ιδιαίτερα παραγωγικής σταδιοδρομίας για τον συγγραφέα. Παράλληλα όμως έχει τα πρώτα συμπτώματα της φυματίωσης. Το 1887, αναγκασμένος από υπερκόπωση και κακή υγεία, ταξιδεύει στην ανατολική Ουκρανία. Στην επιστροφή, ετοιμάζει τη “Στέπα“, που δημοσιεύτηκε τελικά σ’ ένα σοβαρό λογοτεχνικό περιοδικό, το “Severny Vestnik“. Αυτή η σύντομη ιστορία προσέδωσε νέο ύφος και γόητρο στον συγγραφέα, δημοσιεύεται σε κύριο περιοδικό κι εμφανίζει ωριμότητα που διάκρινε τη μετέπειτα μυθιστοριογραφία του. Η φιλία του με τον Σουβόριν δοκιμάζεται σκληρά και διαλύεται λίγον αργότερα, λόγω της φιλοτσαρικής γραμμής των “Νέων Καιρών“. Κυκλοφορεί τη συλλογή “Αθώα Λόγια“. Το 1888 δημοσιεύει τη μονόπρακτη κωμωδία, “Αίτηση Σε Γάμο“, τη συλλογή “Διήγηματα” και συγχρόνως γράφει τη μονόπρακτη κωμωδία, “Η Αρκούδα“. Την επόμενη χρονιά γράφει τον “Θείο Βάνια” που όμως θα εκδοθεί πολύ αργότερα (1897) και χάνει τον αδερφό του Νικολάι, -ταλαντούχο ζωγράφο κι ιδιαίτερα αγαπητό του-, από φυματίωση. Αυτό το τραγικό γεγονός τονε κλονίζει βαθιά.
Τον Απρίλη του 1890 ταξιδεύει στη Σιβηρία και φτάνει μέχρι τη Σαχαλίνη, για να μελετήσει από κοντά τις συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων και των εξορίστων. Συγκεντρώνει στοιχεία για την απάνθρωπη μεταχείρισή τους από τους δεσμοφύλακες κι αποτέλεσμα τούτου του ταξιδιού είναι “Η Νήσος Σαχαλίνη“, που όμως θα κυκλοφορήσει 5 χρόνια μετά. Το 1892 αγοράζει κτήμα στο Μελίκοβο, 100 χλμ έξω από τη Μόσχα κι εγκαθίσταται αυτός με τους γονείς και την αδελφή του. Εργάζεται ακούραστα για τη καταπολέμηση της χολέρας που μαστίζει κείνα τα χρόνια τη κεντρική Ρωσία. Προσφέρει βοήθεια σα γιατρός στους χωρικούς και στην ανέγερση ενός νοσοκομείου γι’ άπορα παιδιά. Οι κάτοικοι της περιοχής τονε λατρεύουνε σαν Μεσσία.
Τον Νοέμβρη του ίδιου χρόνου, κυκλοφορεί τη νουβέλα, “Ο Θάλαμος 6“, που μέλλεται να καθιερωθεί ως ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σε βαθμό μάλιστα που αν έστω και μόνον αυτό είχε διασωθεί από το έργο του, πάλι θα του χάριζεν εξέχουσα θέση στους κορυφαίους συγγραφείς του κόσμου. Το 1894 πεθαίνει ο Τσάρος Αλέξανδρος Γ’ και τον αντικαθιστά ο Νικόλαος Β’ που είναι πραγματικός …’αυτοκράτωρ’. Η Επανάσταση αρχίζει να προετοιμάζεται κι η αναταραχή αυτή αποτυπώνεται στο έργο του Τσέχωφ.
Το 1897 κι ενώ βρίσκεται στη Μόσχα, επιδεινώνεται η υγεία του και μπαίνει σε κλινική, που διαπιστώνεται πως οι δυο πνεύμονές του είναι πλέον μολυσμένοι κι οι γιατροί του απαγορεύουν να μείνει τον χειμώνα κει. Στη κλινική τον επισκέπτεται ο Τολστόι. Με τον Σουβόριν ταξιδεύουνε στη Δυτικήν Ευρώπη. Το 1898 από τη Νίκαια, παρακολουθεί τις εξελίξεις στην Υπόθεση Ντρέιφους κι εκφράζει δημόσια την υποστήριξη και τον θαυμασμό του στον Ζολά για τη στάση του. Πράγμα που όμως επιφέρει την οριστική διάλυση της φιλίας του με τον Σουβόριν. Την ίδια χρονιά ιδρύεται το Θέατρο Τέχνης στη Μόσχα και του ζητεί άδεια ν’ ανεβάσει τον “Γλάρο“, με σκηνοθέτες τους Κωνσταντίν Στανισλάβσκη (Konstantin Stanislavsky) και Ντεμίροβιτς Ντάντσενκο και πρωταγωνίστρια την Όλγα Κνίπερ (Olya Leonardovna Knipper) (1870-1959), στο ρόλο της Νίνα.
Τον Σεπτέμβρη παρακολουθώντας τις πρόβες του έργου του, γνωρίζεται με την Όλγα. Εν τω μεταξύ χτίζει εξοχικό στη Γιάλτα, που το κλίμα θεωρείται κατάλληλο για την υγεία του. Η μετακίνηση προς τον νατουραλισμό στο θέατρο, που κυριαρχούσεν ήδη στην Ευρώπη, έφτασε στην υψηλότερη καλλιτεχνική αιχμή της στη Ρωσία, την ίδια χρονιά με τις πρώτες παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης και τ’ όνομά του έγινε συνώνυμο με του συγγραφέα, που πρώτος ‘πάτησε’ τη σκηνή του. Ο “Γλάρος” σημειώνει τρομερήν επιτυχία κι αμέσως μετά, για χρόνια, παίζονται με τη σειρά, ακόμα 3 έργα του: “Ο Θείος Βάνια“, “Οι Τρεις Αδελφές” κι “Ο Βυσσινόκηπος“. Το 1899 εκλέγεται μέλος της Ρωσσικής Ακαδημίας.
Στις 11 Γενάρη 1901 πρεμιέρα στο Θέατρο Τέχνης, με τις “Τρεις Αδελφές” και πρωταγωνίστρια (Μάσσα) φυσικά την Όλγα. Στις 25 Μάρτη γίνεται σχεδόν κρυφά ο γάμος τους και θα ζήσουνε σαν χωρισμένοι, γιατί κείνη θέλει να συνεχίσει τη καριέρα της κι εκείνος είναι καταδικασμένος να ζει στη Γιάλτα, τη ‘χλιαρή Σιβηρία’, όπως τη λέει. Υποβάλλεται σε θεραπεία στο σανατόριο και τον Αύγουστο κάνει διαθήκη. Την επόμενη χρονιά παραιτείται από την Ακαδημία σ’ ένδειξη διαμαρτυρίας, για την ακύρωση
Ο Τσεχωφ με τον Λέων Τολστόι στη Γιάλτα
με τσαρική διαταγή, της εκλογής του Γκόρκι σαν επίτιμο μέλος της. Το 1903 επιδεινώνεται η κατάσταση της υγείας του κι οι γιατροί συνιστούνε το ξηρό κλίμα της Μόσχας. Τελειώνει το τελευταίο του διήγημα “Η Αρραβωνιαστικιά” και τον Οκτώβρη στέλνει τον “Βυσσινόκηπο” στο Θέατρο Τέχνης.
Στις 17 Γενάρη 1904 πρεμιέρα στον “Βυσσινόκηπο” και στον ρόλο της Ρεβενσκάγια ή Όλγα. Στις 8 Φλεβάρη ξεσπά ο Ρωσοϊαπωνικός πόλεμος. Η υγεία του κλονίζεται άσχημα και συνοδευμένος από την Όλγα πηγαίνει στο Βερολίνο και πιο συγκεκριμένα στο Badenweiler, όπου οι γιατροί διαπιστώνουνε πως δε μπορεί να γίνει τίποτε πλέον. Τονε φορτώνουνε φάρμακα που αρνείται να πάρει, ενώ προτιμά ένα μπουκάλι σαμπάνια. Τη νύχτα της 2ας Ιουλίου ξυπνά τη γυναίκα του, της ψιθυρίζει ‘ich stierbe’ (‘πεθαίνω‘- στα γερμανικά), αγγίζει με τα χείλη του μια κούπα σαμπάνια και γέρνει νεκρός. Η σορός του μεταφέρεται σ’ ένα βαγόνι με στρείδια κι από λάθος οι παριστάμενοι ακολουθούν έναν άλλο νεκρό στρατιωτικό με τη συνοδεία μπάντας. Τελικά ο Τσέχωφ έκανε χιούμορ κι από ψηλά. Θάφτηκε στο κοιμητήρι Νοβοντέβιτσι (Novodevichy) και πάνω από τον τάφο του γέρνουνε τα κλαριά μιας κερασιάς, γιατί ο πραγματικός τίτλος του “Βυσσινόκηπου” είναι “Ο Κήπος Με Τις Κερασιές“. Τα έργα του για τη καθημερινή ζωή της συμβιβασμένης ανώτερης τάξης, πέτυχαν ένα λεπτό ποιητικό ρεαλισμό που ήταν έτη μπροστά από την εποχή του. Ανήγαγε σε τέχνη μοναδική το σύντομο διήγημα έστω κι αν υστερούσε σ’ εξωτερική πλοκή απ’ αυτές του Μοπασάν (Guy de Maupassant). Η περιγραφή του χαρακτήρα βρίσκεται και μεταβιβάζεται εύκολα, έμμεσα, από μια φράση, μιαν ατάκα ή από μια σημαντική λεπτομέρεια. Συχνά λέγεται πως τίποτε δε συμβαίνει στα διηγήματα και τα θεατρικά του, αλλά τούτο αντισταθμίζεται απο τη τεχνική του στο εξαιρετικό κτίσιμο του εσωτερικού δράματος των ηρώων. Τα κύρια θέματά του είναι εργασία κι έρωτας, αλλά οι χαρακτήρες του βρίσκουνε μόνιμα ικανοποίηση στην αδράνεια. Οι νεότεροι χαρακτήρες απεικονίζονται συνήθως ως θύματα ψευδαίσθησης, οι παλαιότεροι ως θύματα απομυθοποίησης. Η αμείλικτη πορεία του χρόνου είναι σταθερή ανησυχία, όπως είναι οι κοινοτυπίες της ζωής και της ασυστηματοποίητης ανεπιτυχούς αναζήτησης της σημασίας της. Οι επιστολές του κατέχουν υψηλή θέση στη λογοτεχνία και τίθενται μόνο κάτω απ’ αυτές του Πούσκιν -κατά τον λογοτεχνικό ιστορικό D. S. Mirsky. Από τα έργα του, σημαντικότερη θέση καταλαμβάνουν εκείνα που γραφτήκανε μετά το 1888. Στο δραματικό του έργο, επιδίωξε να μας μεταδώσει τη σύσταση της καθημερινής ζωής, που όμως απομακρύνεται από παραδοσιακές ιδέες πλοκής και συμβατικούς διαλόγους. Ο διάλογος δεν είναι ομαλός ή συνεχής, οι χαρακτήρες διακόπτουν ο ένας τον άλλο ή πραγματοποιούνται συχνά, συνομιλίες διαφορετικές συγχρόνως κι επίσης με διαστήματα σιωπής. Τα θεατρικά του χαρακτηρίζουν συνήθως την προσπάθεια ενός ευαίσθητου ατόμου να διατηρήσει την ακεραιότητά του ενάντια στους πειρασμούς της κοσμικής επιτυχίας. Έν επαναλαμβανόμενο θέμα είναι το άσκοπο της ριζικής, ανθρώπινης/μηχανικής αλλαγής, εναντίον της ισχυρής αδράνειας των αργών φυσικών/οργανικών κύκλων ή καταστάσεων.
Αν και πέτυχε την αναγνώριση από το ρωσικό κοινό πριν πεθάνει, στην Ευρώπη έγινε διάσημος μετά τον Α’ Παγκ. Πολ., όταν οι μεταφράσεις της Constance Garnett (στην αγγλική γλώσσα) είδανε το φως της δημοσιότητας. Ακόμα, το αόριστο επιφανειακά άδολο ύφος γραψίματός του -στο οποίο ό,τι αφήνεται ανείπωτο συχνά φαίνεται πολύ σημαντικότερο απ’ ό,τι λέγεται- έχει προκαλέσει την αποτελεσματική ανάλυση από τους λογοτεχνικούς κριτικούς, καθώς επίσης κι η αποτελεσματική μίμηση στα θεατρικά του δημιουργικού Chekhov, από συγγραφείς μεταγενέστερους, ήταν πάρα πολύ δημοφιλής στην Αγγλία στη δεκαετία του ‘20. Στις ΗΠΑ η φήμη του ήρθε κάπως αργότερα, μέσω της επιρροής του Stanislavsky. Θεατρικοί συγγραφείς όπως Tennessee Williams, Arthour Miller, και Clifford Odets έχουνε χρησιμοποιήσει τις τεχνικές του και λίγοι σημαντικοί συγγραφείς σύντομων διηγημάτων του 20ού αιώνα έχουνε ξεφύγει από τη γοητεία και την επιρροή του εξ ολοκλήρου. Π.χ., η εργασία από τον βρετανό θεατρικό συγγραφέα Michael Frayn συγκρίνεται συχνά μ’ αυτή του Chekhov για την εστίασή της στις χιουμοριστικές οικογενειακές καταστάσεις και τις ιδέες της στη κοινωνία. Οι λεπτές ιστορίες της Katherine Mansfield αποκαλύπτουνε την επιρροή του. O Cheever για τη δυνατότητά του να συλλάβει το δράμα και τη θλίψη της ζωής των χαρακτήρων του με την αποκάλυψη των
Το σπίτι του Τσέχωφ και σημερινό μουσείο στη Μόσχα
υπόγειων ρευμάτων των προφανώς ασήμαντων γεγονότων, έχει ονομαστεί …”Τσέχωφ“. Κι άλλα πολλά παραδείγματα που μαρτυράνε το πόσον επηρέασε τη σύγχρονη λογοτεχνία, αυτός ο μεγάλος ρώσος καλλιτέχνης, με τη σύντομη ζωή.
Το Στοίχημα
Ήτανε μια σκοτεινή φθινοπωρινή νύχτα. Ο γέροντας τραπεζίτης βημάτιζε στο γραφείο του από τη μια γωνιά ως την άλλη και θυμότανε που δεκαπέντε χρόνια πριν, ένα επίσης φθινοπωρινό βράδι σαν κι αυτό, είχε στο σπίτι του καλεσμένους. Σε κείνη τη συγκέντρωση ήταν πολλοί γνωστικοί άνθρωποι κι έγιναν ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Μεταξύ άλλων μιλήσανε και για τη θανατική ποινή. Οι επισκέπτες, μεταξύ των οποίων βρίσκονταν αρκετοί επιστήμονες και δημοσιογράφοι, στη πλειοψηφία τους τάχτηκαν αρνητικά, σχετικά με τη ποινή του θανάτου. Βρίσκανε ξεπερασμένο αυτό τον τρόπο τιμωρίας, ανάρμοστο κι ανήθικο για χριστιανικές κυβερνήσεις. Ορισμένοι υποστήριζαν ότι η θανατική ποινή θα ‘πρεπε ν’ αντικατασταθεί με τα ισόβια δεσμά. -”Εγώ δε συμφωνώ μαζί σας“, είπεν ο οικοδεσπότης. “Δε δοκίμασα μήτε τονα μήτε τ’ άλλο, αλλά αν μπορεί κανείς να κρίνει a priori τότε, κατά τη γνώμη μου, η θανατική ποινή είναι ηθικότερη και πιο ανθρωπιστική από τα ισόβια. Η εκτέλεση σκοτώνει αμέσως, μα τα ισόβια σκοτώνουνε σιγά-σιγά. Ποιός δήμιος απ’ τους δυο είναι πιο ανθρωπιστικός; Αυτός που σκοτώνει μέσα σε λίγα λεπτά ή αυτός που σκοτώνει λίγο-λίγο τη ζωή για πολλά χρόνια“; -”Και το ένα και το άλλο είναι το ίδιο ανήθικα” παρατήρησε κάποιος από τους επισκέπτες, “επειδή έχουν ένα και τον αυτό σκοπό: την αφαίρεση ζωής. Η κυβέρνηση δεν είναι Θεός. Δεν έχει το δικαίωμα ν’ αφαιρέσει κείνο που δε μπορεί να δώσει πίσω, αν το θελήσει“. Μεταξύ των επισκεπτών ήταν κι ένας νομικός, νέος άνθρωπος γύρω στα εικοσιπέντε. Όταν του ζητήσανε τη γνώμη, είπε: -”Κι η ποινή του θανάτου και τα ισόβια είναι το ίδιον ανήθικα, αλλά αν μου πρότειναν να διαλέξω εν από τα δυο, θα διάλεγα βέβαια το δεύτερο. Να ζεις με κάποιο τρόπο, είναι καλύτερα από το να μη ζεις“. Η συζήτηση άναψε για τα καλά. Ο τραπεζίτης, που τότε ήταν νεώτερος και πιο νευρώδης, έγινε ξαφνικά έξω φρενών, χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι κι απευθυνόμενος στον νεαρό νομκό, φώναξε: -”Δεν είναι αλήθεια! Βάζω στοίχημα δυο εκατομμύρια πως δε θα μείνετε σε κελί μήτε πέντε χρόνια“. -”Αν το λέτε σοβαρά“, απάντησεν ο νεαρός, “βάζω στοίχημα πως θα μείνω όχι πέντε, μα δεκαπέντε χρόνια“! Κι αυτό λοιπόν το ανήκουστο κι ανόητο στοίχημα μπήκε! Ο τραπεζίτης μη ξέροντας τότε, μήτε κι ο ίδιος πόσα εκατομμύρια είχε, κακομαθημένος κι απερίσκεπτος, ήταν ενθουσιασμένος με το στοίχημα. Στο δείπνο πείραζε τον νομικό κι έλεγε: -”Βάλτε λίγο μυαλό νεαρέ μου, πριν ακόμα είναι αργά. Για μένα δυο εκατομμύρια δεν είναι τίποτα, σεις όμως κινδυνεύετε να χάσετε τρία-τέσσερα από τα καλύτερά σας χρόνια. Λέω τρία-τέσσερα, γιατί δε θα μείνετε περισσότερο. Επίσης, μη ξεχνάτε πως η εθελοντική φυλάκιση είναι πολύ πιο βαριά από την υποχρεωτική. Η σκέψη πως οποιαδήποτε στιγμή έχετε το δικαίωμα να βγείτε λεύτερος έξω, θα δηλητηριάζει όλη σας την ύπαρξη μες στο κελί. Σας λυπάμαι“! Ο τραπεζίτης τώρα, βηματίζοντας πέρα-δώθε, θυμόταν όλ’ αυτά κι αναρωτιόταν: “Γιατί μπήκε αυτό το στοίχημα; Ποιό τ’ όφελος που ο νομικός έχασε δεκαπέντε χρόνια ζωής κι εγώ πετάω δυο εκατομμύρια; Μπορεί αυτό ν’ αποδείξει στους ανθρώπους πως η θανατική καταδίκη είναι χειρότερη από τα ισόβια; Όχι βέβαια. Μωρολογίες κι ανοησίες. Από τη δική μου πλευρά ήταν μια παραξενιά ανθρώπου που ‘ναι χορτάτος κι από τη πλευρά του νομικού, απληστία για λεφτά…” Θυμήθηκεν επίσης αυτά που γίναν ύστερα από το βράδυ κείνο. Αποφάσισαν ο νομικός να εκτίσει την εθελοντική ποινή του κάτω από την αυστηρότερην επίβλεψη, σε μιαν από τις πτέρυγες κοντά στο σπίτι του τραπεζίτη. Συμφωνήσαν ότι στη διάρκεια των δεκαπέντε ετών δε θα ‘χε το δικαίωμα να περάσει το κατώφλι της πτέρυγας, να βλέπει ανθρώπους ζωντανούς, ν’ ακούει ανθρώπινες φωνές και να παίρνει γράμματα ή εφημερίδες. Του επιτρεπόταν να ‘χει μουσικό όργανο, να διαβάζει βιβλία, να γράφει, να πίνει κρασί και να καπνίζει. Με τον έξω κόσμο, σύμφωνα μ’ ειδικόν όρο, μπορούσε να επικοινωνεί μόνο χωρίς να μιλά, μες από ‘να μικρό παράθυρο φτιαγμένο ειδικά γι’ αυτό τον σκοπό. Η συμφωνία πρόβλεπε ακόμα και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες, ώστε να υπάρχει αυστηρή απομόνωση κι υποχρέωνε τον νομικό να μείνει στη φυλακή ακριβώς δεκαπέντε χρόνια: από τις δώδεκα το μεσημέρι της δεκάτης τετάρτης Νοέμβρη 1870, έως και τις δώδεκα το μεσημέρι της δεκάτης τετάρτης Νοέμβρη του 1885. Η παραμικρή απόπειρα από τον νομικό να παραβεί τους όρους, έστω και δυο λεπτά πριν από το τέλος της συμφωνίας, απελευθέρωνε τον τραπεζίτη από την υποχρέωση να του πληρώσει τα δυο εκατομμύρια. Τον πρώτο χρόνο φυλακής κι όσο μπορεί να κρίνει κανείς από τα σύντομα σημειώματα, υπέφερε πολύ από μοναξιά και πλήξη. Από τη πτέρυγα, νύχτα και μέρα, ακουγότανε συνεχώς το πιάνο. Το κρασί, έγραφε, διεγείρει τις επιθυμίες, που ‘ναι εχθροί του φυλακισμένου. ‘Αλλωστε να πίνεις ωραίο κρασί και να μη βλέπεις κανένα, δεν υπάρχει τίποτα πιο πληκτικό. Όσο για τον καπνό, βρωμίζει τον αέρα στο δωμάτιό του. Τον πρώτο χρόνο του στέλνανε βιβλία κυρίως ελαφρού περιεχομένου. Περιοδικά, ερωτικα μυθιστορήματα, διηγήματα μ’ εγκληματικό και φανταστικό περιεχόμενο, κωμωδίες κι άλλα. Τη δεύτερη χρονιά η μουσική σίγησε στη πτέρυγα κι ο νομικός ζητούσε στα σημειώματά του μόνο κλασικούς. Τον πέμπτο χρόνο ακούστηκε πάλι μουσική κι ο έγκλειστος παρακάλεσε για κρασί. Εκείνοι που τονε παρακολουθούσαν από το παράθυρο λέγανε πως ολόκληρη κείνη τη χρονιά μόνον έτρωγε, έπινε και ξάπλωνε στο στρώμα, συχνά χασμουριότανε και μιλούσε θυμωμένα με τον εαυτό του. Βιβλία δε διάβαζε. Μερικές φορές, καθότανε τις νύχτες να γράφει. Έγραφε για πολλήν ώρα και κοντά στα ξημερώματα έσκιζε σε μικρά κομμάτια, όλα όσα είχε γράψει. ‘Αλλες φορές τον ακούγανε να κλαίει. Στο δεύτερο μισό του έκτου χρόνου, ασχολήθηκεν επίμονα με τη μελέτη γλωσσών, φιλοσοφίας κι ιστορίας. Ρίχτηκε με τα μούτρα στη μελέτη αυτών των επιστημών, τόσο, που ο τραπεζίτης μόλις πρόφταινε να του στέλνει βιβλία. Μέσα σε τέσσερα χρόνια ζήτησε και του στείλανε, γύρω στους εξακόσιους τόμους. Κατά τη περίοδο αυτής της μανίας, ο τραπεζίτης, μεταξύ άλλων, έλαβε από τον κατάδικό του το εξής γράμμα: “Αγαπητέ μου δεσμοφύλακα! Σας γράφω αυτές τις γραμμές σ’ έξι γλώσσες. Δείξτε τες στους ειδικούς να τις διαβάσουν. Αν δε βρούνε κανένα λάθος, τότε πολύ θα σας παρακαλούσα, προστάξτε να πυροβολήσουνε στον κήπο με το ντουφέκι κι αυτό θα μου πει πως οι προσπάθειές μου δε πήγανε χαμένες. Οι μεγαλοφυίες όλων των εποχών κι όλων των χωρών του κόσμου μιλούν σε διαφορετικές γλώσσες, αλλά μέσα σ’ όλους καίει μια και μόνη φλόγα. Ω αν ξέρατε ποια ουράνια ευτυχία δοκιμάζει τώρα η ψυχή μου, που ξέρω πως να τους καταλάβω“. Η επιθυμία του καταδίκου εκπληρώθηκε. Ο τραπεζίτης πρόσταξε να πυροβολήσουνε στον κήπο δυο φορές. Στη συνέχεια, μετά τον δέκατο χρόνο, ο νομικός καθόταν ακίνητος στο τραπέζι και διάβαζε μόνο το Ευαγγέλιο. Στον τραπεζίτη φαινότανε παράξενο που ένας άνθρωπος που κατάφερε να διαβάσει σε τέσσερα χρόνια εξακόσιους δύσκολους τόμους, χρειάστηκε ένα σχεδόν χρόνο για να διαβάσει έν ευκολόητο κι όχι βιβλίο. Μετά το Ευαγγέλιο, πήρανε σειρά η ιστορία των θρησκειών κι η θεολογία. Τα τελευταία δυο χρόνια της φυλάκισης, ο κατάδικος διάβαζεν υπερβολικά πολύ, χωρίς καμμιά διάκριση. Τη μια φορά μελετούσε φυσικές επιστήμες, την άλλη ζητούσε Μπάιρον ή Σέξπιρ. Σε μερικά σημειώματά του παρακαλούσε να του στείλουνε ταυτόχρονα, χημεία, εγχειρίδιο ιατρικής, κάποιο μυθιστόρημα και κάποια φιλοσοφική ή θεολογική πραγματεία. Μ’ όλα τούτα τα διαβάσματα που ‘κανε, έμοιαζε σε να κολυμπούσε στη θάλασσα, ανάμεσα στα συντρίμμια κάποιου καραβιού κι επιθυμώντας να σωθεί πιανόταν άπληστα πότε από το ‘να συντρίμμι και πότε απ’ τ΄άλλο. Ο τραπεζίτης θυμόταν όλ’ αυτά τα χρόνια και σκεπτόταν: “Αύριο το μεσημέρι στις δώδεκα, θα ‘ναι λεύτερος. Κατά τη συμφωνία, υποχρεώνομαι να του πληρώσω δυο εκατομμύρια. Αν το κάνω, θα χρεωκοπήσω οριστικά…”. Πριν από δεκαπέντε χρόνια δεν ήξερε μήτε κι ο ίδιος πόσα είχε, μα τώρα φοβόταν να θέσει στον εαυτό του το ερώτημα: Τα λεφτά που είχε ή τα χρέη του ήτανε πιότερα; Το ριψοκίνδυνο χρηματιστηριακό παιγνίδι, οι τολμηρές κερδοσκοπίες και το θερμόαιμο του χαρακτήρα του, από τον οποίο δε μπορούσε ν’ απαλλαγεί ακόμα και στα γεράματα, οδήγησαν λίγο-λίγο τις δουλειές του σε παρακμή κι ο απαθής, ο επηρμένος, ο περήφανος ζάπλουτος μεταμορφώθηκε σ’ ένα κοινό και μέτριο τραπεζίτη που τρέμει σε κάθε άνοδο και κάθοδο στις αξίες που παίρνανε τα χρεώγραφα. “Καταραμένο στοίχημα!” μουρμούριζεν ο γέρος πιάνοντας μ’ απόγνωση το κεφάλι του. “Γιατί άντεξε; Γιατί δε πέθανε αυτός ο άνθρωπος; Είναι ακόμα σαράντα ετών. Θα μου πάρει ό,τι έχω και δεν έχω, θα παντρευτεί, θα απολάυσει τη ζωή, θα παίζει στο χρηματιστήριο κι εγώ σα ζητιάνος, θα βλέπω με ζήλεια και θ’ ακούω κάθε μέρα να μου λέει τα ίδια λόγια: ‘Μένω υπόχρεως απέναντί σας για την ευτυχία μου, επιτρέψτε μου να σας βοηθήσω!’ Ε όχι, αυτό πάει πολύ! Η μοναδική σωτηρία από τη χρεωκοπία και τη ντροπή, είναι ο θάνατος αυτού του ανθρώπου“!
Χτύπησεν η ώρα τρεις. Ο τραπεζίτης έβαλε τ’ αφτί του ν’ αφουγκραστεί. Στο σπίτι , όλοι κοιμόντουσαν και το μόνο που ακουγόταν ήταν οθόρυβος έξω από τα παράθυρα που κάνανε τα παγωμένα από το κρύο δέντρα, να γέρνουν ακατάπαυστα από ‘δω κι από κει. Προσπαθώντας να μη βγάλει μήτε άχνα, πήρε από το χρηματοκιβώτιο το κλειδί της φυλακής, που επί δεκαπέντε χρόνια δεν άνοιξε ποτέ, φόρεσε το παλτό του και βγήκεν από το σπίτι. Έξω ήτανε σκοτεινιά κι έκανε κρύο. Έβρεχε. Στο αλσύλλιο φυσούσε με βουή, δυνατός, υγρός αγέρας. Ο τραπεζίτης προσπαθούσε να εντείνει την όρασή του, αλλά δεν έβλεπε μήτε γη, μήτε τα λευκά αγάλματα, μήτε τα δέντρα, μήτε τη πτέρυγα. Πλησιάζοντας προς το μέρος της, φώναξε δυο-τρεις φορές τον φύλακα. Απάντηση καμμιά. Ήτανε φανερό πως είχε πάει να καλυφθεί από τη κακοκαιρία και τώρα θα κοιμότανε κάπου στη κουζίνα ή στο θερμοκήπιο. “Αν έχω το κουράγιο να κάμω αυτό που σκοπεύω“, σκέφτηκεν ο γέρος, “οι υποψίες θα πέσουνε πρώτα απ’ όλα στον φύλακα“. Και ψηλαφώντας στο σκοτάδι τα σκαλοπάτια και τη πόρτα, μπήκε στον προθάλαμο της πτέρυγας. Προχώρησε λίγο χωρίς να βλέπει και βρέθηκε σ’ ένα μικρό δωμάτιο. ‘Αναψε ένα σπίρτο. Δεν υπήρχε ψυχή. Είδε μόνο το κρεβάτι χωρίς στρώμα, ενώ στη γωνιά μαύριζε μια μαντεμένια σόμπα. Οι σφραγίδες στη πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο του φυλακισμένου, ήταν άθικτες. Όταν έσβησε το σπίρτο, ο γέρος, τρέμοντας από τη ταραχή, κοίταξε στο παραθυράκι. Μες στο δωμάτιο φώτιζεν αμυδρά ένα κερί. Ο ίδιος ο φυλακισμένος καθότανε κοντά στο τραπέζι. Φαινόταν μόνον η ράχη του, τα μαλλιά και τα πόδια. Πάνω στο τραπέζι, στα δυο καθίσματα και στο χαλί κοντά στο τραπέζι, βρίσκονταν ανοιχτά βιβλία. Πέρασαν πέντε λεπτά κι ο φυλακισμένος δε κουνήθηκε διόλου. Τα δεκαπέντε χρόνια στη φυλακή τονε δίδαξαν να κάθεται ακίνητος. Ο τραπεζίτης χτύπησε με το δάχτυλο στο παράθυρο, αλλά ο φυλακισμένος δεν απάντησε στο χτύπο, μήτε με μια κίνηση. Ο τραπεζίτης τότε έβγαλε προσεχτικά τις σφραγίδες από τη πόρτακι έβαλε το κλειδί στη κλειδωνιά. Από τη σκουριασμένη κλειδαριά ακούστηκε ένας βραχνός ήχος κι η πόρτα άνοιξε. Ο τραπεζίτης περίμενε πως θ’ ακουστεί αμέσως κραυγή έκπληξης και βήματα, μα περάσανε δυο-τρία λεπτά και μέσα ήταν ησυχία όπως πριν. Αποφάσισε να μπει στο δωμάτιο. Στο τραπέζι καθόταν ακίνητος ένας άνθρωπος που δεν έμοιαζε με τους συνηθισμένους. Ήτανε σκελετός τυλιγμένος εφαρμοστά με δέρμα, είχε μακρυά σγουρά μαλλιά όπως οι γυναίκες και τραχύμαλλη γενειάδα. Το χρώμα στο πρόσωπό του ήτανε κίτρινο μ απόχρωση χωματένια, τα μάγουλα βαθουλωτά, η ράχη μακρουλή και στενή και το χέρι που κρατούσε το μαλλιαρό κεφάλι ήτανε τόσο λεπτό κι αδύνατο, που, όταν το κοίταζες ένιωθες φρίκη. Τα μαλλιά του λάμπανε σαν ασήμι και κοιτάζοντας το γεροντικό κι εξαντλημένο πρόσωπο, κανείς δε θα πίστευε πως ήταν μόνο σαράντα ετών. Κοιμόταν… Μπροστά στο γερμένο κεφάλι του, πάνω στο τραπέζι, ήταν ένα φύλλο χαρτιού, που ‘χε κάτι γραμμένο με ψιλά γράμματα. “Απαίσιος άνθρωπος!” σκέφτηκεν ο τραπεζίτης. “Κοιμάται και στα όνειρά του ίσως βλέπει εκατομμύρια! Αρκεί να πάρω αυτό τον μισοπεθαμένο, να τονε πετάξω στο κρεβάτι και να τονε πνίξω απλά με το μαξιλάρι. Ακόμα κι η πιο ευσυνείηδητη πραγματογνωμοσύνη δε πρόκειται να βρει σημάδια βίαιου θανάτου. αλλά για να δούμε τι γράφει εδώ…” ‘Απλωσε το χέρι, πήρε από το τραπέζι το χαρτί και διάβασε τα εξής: “Αύριο στις δώδεκα το μεσημέρι, παίρνω την ελευθερία μου και το δικαίωμα να επικοινωνώ με τους ανθρώπους ξανά. Προτού όμως αφήσω τούτο το δωμάτιο και προτού δω τον ήλιο, θεωρώ αναγκαίο να σας πω λίγα λόγια. Με καθαρή τη συνείδηση μπρος στον Θεό που με βλέπει, σας δηλώνω πως περιφρονώ και την ελευθερία και τη ζωή και την υγεία κι όλα όσα ονομάζονται στα βιβλία σας αγαθά του κόσμου. Επί δεκαπέντε χρόνια σπούδασα προσεχτικά τη ζωή. Είναι αλήθεια πως δεν είδα γη κι ανθρώπους, αλλά διαβάζοντας τα βιβλία σας, γεύτηκα το αρωματικό κρασί, τραγούδησα τραγούδια, κυνήγησα ελάφια κι αγριογούρουνα, αγάπησα γυναίκες… Αιθέριες καλλονές, πλασμένες με τη μαγεία που τους εμφύσησε η μεγαλοφυία των ποιητών σας, μ’ επισκέπτονταν τα βράδια σα πανάλαφρο νέφος και μου ‘λεγαν ψιθυριστά, θαυμάσια παραμύθια, που μεθούσανε το νου μου. Μες από τα βιβλία σας σκαρφάλωνα στις κορφές του Έλμπορους και του Μονμπλάν, απ’ όπου τα πρωινά έβλεπα τον ήλιο ν’ ανατέλλει και τα δειλινά να πλημμυρίζει τον ουρανό και τις κορφές των βουνών με το πορφυρό του χρυσάφι. Από κει ψηλά, έβλεπα πως λάμπαν οι αστραπές, όταν πάνω από το κεφάλι μου χαράκωναν εκτυφλωτικά τα νέφη. Έβλεπα πράσινα δάση, λιβάδια, ποτάμια, λίμνες, πόλεις, άκουγα τις Σειρήνες να τραγουδάνε και τους βοσκούς να παίζουνε τις φλογέρες τους, ψηλάφιζα τα φτερά εξαίσιων διαβόλων που ‘ρχονταν πετώντας να μιλήσουμε για τον Θεό… Ριχνόμουν μες στην απύθμενην άβυσσο των βιβλίων σας, έκανα θαύματα, σκότωνα, έκαιγα πόλεις, έκανα κηρύγματα νέων θρησκειών, κατακτούσα ολάκερα βασίλεια… Τα βιβλία σας μου δώσανε σοφία. Όλα τούτα που για αιώνες δημιουργούσεν η ακούραστη ανθρώπινη σκέψη, στριμωχτήκαν μες στο νου μου, σ’ ένα μικρό σβώλο. Ξέρω πως είμαι πιο γνωστικός απ’ όλους σας. Περιφρονώ τα βιβλία σας κι όλα τα καλά του κόσμου, περιφρονώ τη σύνεση και τη σοφία. Είν’ όλα εφήμερα, ασήμαντα, πλασματικά κι απατηλά. Είναι αρρωστημένη φαντασία. Είστε σοφοί και περήφανοι, αλλά ο θάνατος θα σας εξαφανίσει από προσώπου γης, ακριβώς όπως θα κάνει και με τα ποντίκια, που ‘ναι κάτω από το πάτωμα. Όσο για τους απογόνους σας, την ιστορία, την αθανασία των μεγαλοφυών ανθρώπων σας, θα παγώσουν όλα ή θα καούν κι αυτά μαζί με τη γήινη σφαίρα. Έχετε χάσει τα λογικά σας και δε βαδίζετε στο σωστό δρόμο. Το ψέμμα το δέχεστε σαν αλήθεια και την ασχήμια για ομορφιά. Θα σας έκανεν έκπληξη αν σαν αποτέλεσμα κάποιων συνθηκών, στις μηλιές και στις πορτοκαλιές μεγαλώνανε ξαφνικά αντί καρποί, βατράχια και σαύρες ή αν τα τριαντάφυλλα αρχίζανε ν’ αναδίδουν μυρωδιά ιδρωμένων αλόγων. Εκπλήσσομαι λοιπόν, με σας που ανταλλάξατε τον ουρανό με τη γη. Δε θέλω να σας καταλάβω. Για να σας αποδείξω στη πράξη τη περιφρόνησή μου σε κάτι με τ’ οποίο εσείς ζείτε, αρνούμαι να πάρω τα δυο εκατομμύρια που κάποτε ονειρευόμουνα σα να ‘ταν ο παράδεισος και που τώρα καταφρονώ. Για ν’ αφαιρέσω από τον εαυτό μου το δικαίωμα αυτό, θα φύγω από δω πέντε ώρες πριν από τον προσυμφωνημένο χρόνο και με τον τρόπον αυτό, θα καταπατήσω τη συμφωνία“. Αφού τα διάβασεν αυτά ο τραπεζίτης, άφησε το χαρτί στο τραπέζι, φίλησε τον παράξενον αυτόν άνθρωπο στο κεφάλι, άρχισε να κλαίει και βγήκε από τη πτέρυγα. Ποτέ άλλη φορά, ακόμα κι ύστερα από μεγάλες χασούρες στο χρηματιστήριο, δεν αισθανόταν τέτοια καταφρόνεση για τον εαυτό του, όπως τώρα δα. Όταν έφτασε στο σπίτι, ξάπλωσε στο κρεβάτι, αλλά η συγκίνηση και τα κλάματα δε τον αφήναν να κοιμηθεί για πολλήν ώρα. Την άλλη μέρα το πρωί, τρέξανε χλωμοί οι φύλακες και του ανακοινώσανε πως ο άνθρωπος που ‘μενε στη πτέρυγα, βγήκεν από το παράθυρο στον κήπο, πήγε στην εξώπορτα κι ύστερα κάπου εξαφανίστηκε. Ο τραπεζίτης μαζί με τους υπηρέτες πήγεν αμέσως στη πτέρυγα και διαπίστωσε την απόδραση του φυλακισμένου του. Για να μη προκληθούνε περιττές διαδόσεις, πήρε από το τραπέζι το χαρτί με την απάρνηση κι επιστρέφοντας στο σπίτι του, το κλείδωσε μες στο χρηματοκιβώτιο.
ΠΗΓΕΣ: people.brandeis.ed /perigrafis.com



Ιουλίου 12, 2008 στο 1:31 μμ
GIVRGH XOLIASTOY
ΓΙΑ ΜΙΑ ΥΠΟΛΗΨΗ ΖΟΥΜΕ!
Τόπος: Ελλάδα, Αθήνα.
Χρόνος: 2008
Πρόσωπα:
Κυρία Αγαθίδου.
Κύριος Αγαθίδης, σύζυγός της.
Τζούλια, κόρη τους.
Λίβινγκ-ρουμ του σπιτιού του κυρίου Αγαθίδη. Νύχτα. Η κυρία Αγαθίδου μόνη. Πλέκει ρίχνοντας ανήσυχες ματιές στην πόρτα. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει ο κύριος Αγαθίδης με φούρια και νεύρα. Αφήνει μιαν εφημερίδα που κρατεί πάνω στο κομοδίνο. Κοιτάζει προς την πόρτα του δωματίου, ύστερα βλέπει την κυρία Αγαθίδου.
Κυρία Αγαθίδου (Κα Α) (μουδιασμένα)
Γεια σου.
Κύριος Αγαθίδης (Κος Α) Πάλι μέσα είναι;
Κα Α
……….
Κος Α
Πάλι μέσα είναι, ε;.. Δε βγήκε…
Κα Α
Ναι…μέσα είναι…
Κος Α
Ορίστε! Μία η ώρα το πρωί κι εκείνη εδώ, στο σπίτι…Τι θα γίνω εγώ μ’ αυτήν Θεέ μου…Δε μου φτάνει η φτώχεια μου, δε μου φτάνει που σκοτώνομαι γία πενταροδεκάρες, έχω κι αυτήν.,. Σου είπα να της μιλήσεις. Μάνα είσαι, μπορεί να σε ακούσει. Αλλά εσύ με γράφεις στα παλιά σου τα παπούτσια. Μα και ΤΙ να της έλεγες; Τα ίδια στραβά μυαλά έχετε-και συ όλο πλέξιμο, σιδέρωμα, συγύρισμα…Τι να της έλεγες; Όσο για μένα ΤΙ να της πω άλλο που όλα της τα ‘χω πει…Την πήρα με το καλό, την πήρα με το άγριο, τη μάλωσα, την τιμώρησα, τίποτα! Tl θα γίνω Θεέ μου… (κάθεται απελπισμένος στην πολυθρόνα)
Κα Α
Της μίλησα Μίλτο…
Κος Α
Της είπες πως δεν αντέχω πια; Πως είμαι
αποφασισμένος για όλα;
Κα
Όλα όσα μου ‘πες της τα είπα.
Κος Α
Τι είπε;
Κα Α
Τι να πει…ξέρεις…τα ίδια…είναι μικρή Μίλτο
ακόμα-δεν ξέρει…
Κος Α
Μικρή ακόμα;..Αυτή πάτησε τα δεκάξι. Είναι γυναίκα πια. Θεέ μου, τι ξέφυγε από το στόμα μου…μολόγησα την ίδια μου την ντροπή…Γυναίκα! Και τι δε θα ‘δινα για να ‘τανε Θεέ μου…
Κα Α
Δεν ξέρει ακόμα-θα μάθει με τον καιρό…
Κος A
Δεν ξέρει; Γιατί; Δεν έχει μυαλό μήπως; ξέρει όμως να μου φέρνει άριστα από το σχολείο, ξέρει να διαβάζει φιλοσοφικά βιβλία, ξέρει να κάνει παρέα με τις παλιόγριες. To μόνο που δεν ξέρει είναι να μη με ντροπιάζει. Θα μάθει λες, θα μάθει. Όπως έμαθε ως τώρα. Δυο χρόνια παλεύω να τηνε βάλω στο σωστό δρόμο Δυο χρόνια μάλλιασε η γλώσσα μου να της μιλάω, να τη συμβουλεύω, να προσπαθώ να την κάνω άνθρωπο. Και θα μάθει τώρα; Αμ φάνηκε τι κουμάσι είναι από όταν ήτανε μικρή, από τότε που άρχισε να μεστώνει. Φάνηκε από δώδεκα χρονών. Τότε που την έριξε στο κρεβάτι ο Τάκης. Σα λυσσασμένο σκυλί έκανε να του ξεφύγει. Τους έβλεπα από την κλειδαρότρυπα. Κάτι είχα υποψιαστεί από τότε βλέπεις. Κι όταν κανένα αγόρι πήγαινε να τη φιλήσει ή να της βάλει χέρι, του ξέφευγε! Ποιος να το περίμενε πως ένας Αγαθίδης θα πέρναγε τέτοιο ντρόπιασμα στη ζωή του. Δεν μπορώ πια ν’ αντικρύσω τους φίλους μου. Και με τι μούτρα θα το ‘κανα; 0 Κώστας μου ειπε προχτές πως η κόρη του τους έδιωξε από το σπίτι αυτόν και τη μάνα της για να φέρει το φίλο της στο σπίτι. Και είναι ο τέταρτος που πιάνει παρακαλώ! Δηλαδή ο τέταρτος από όσο ξέρει ο Κώστας. Και δεν είναι παραπάνω απ’ τη δική μας. Τι λέω-είναι ένα χρόνο μικρότερη. Προχτές πάλι, στο μαγαζί του Πέτρου, ενώ πίναμε τον καφέ μας μπαίνει
ξαφνικά η κόρη του με τον φίλο της. Νομίζεις πως γύρισε να μας κοιτάξει; Ήτανε κιόλας ξαναμμένοι κι οι δυο τους. Πέρασαν από μπροστά μας με τα χείλια κολλημένα ενώ αυτός της ξεκούμπωνε τη μπλούζα. Πήγανε τα παιδιά στο ιδιαίτερο και ταχτοποιήθηκαν. Ο Πέτρος έλαμπε από χαρά. Με κοίταξε με περηφάνια σαν να μου ‘λεγε: “είδες κόρη που έχω εγώ;” Έριξα τα μάτια κάτω. Τι να ‘λεγα; Πώς η κόρη μου δεν αφήνει τ’ αγόρια να την αγγίσουν; Και σε λίγο, τάχα αδιάφορα, με ρώτησε: “αλήθεια πώς πάει η κόρη σου με το σχολείο;” Μουρμούρισα κάτι σαν “καλά” ,βρήκα μια πρόφαση κι έφυγα. Τι να ‘λεγα; Έλα στη θέση μου-τι να ‘λεγα; Δε μιλάς! Τι να πεις; Θεέ μου Θεέ μου, δεν αντέχεται αυτή η ντροπή…τι να κάνω;..τι να κάνω;.. (κρύβει το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του. Μένει έτσι για λίγο. Ύστερα ήρεμα και σοβαρά) Θα τη σκοτώσω (Σηκώνεται)
Κα Α
(Σηκώνεται και θορυβημένη γονατίζει μπροστά
στον άντρα της και του πιάνει το χέρι)
Όχι Μίλτο μου! Όχι! Μην το ξαναπείς. Σε
παρακαλώ! Είναι κόρη σου…είναι σπλάχνο από τα
σπλάχνα σου.,. είναι αίμα από το αίμα σου-είναι η ελπίδα σου σ’ αυτό τον κόσμο…
Κος Α
Η απελπισία μου θες να πεις.
Κα Α
Όχι Μίλτο μου. Βγάλτο αυτό από το μυαλό σου. Μη φτάσεις ως εκεί. Κι αν πήρε τον κακό δρόμο ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία είναι, Και μένα ακόμα θυμάσαι πώς με πήρες. Όμως με τον καιρό έμαθα. Δος της καιρό Μίλτο μου. Θα συνέλθε…θ’
αλλάξει…θα καταλάβει…Όχι Μίλτο μου-είναι η κόρη σου, είναι η κόρη μας!..
Κος Α
Είναι η ντροπή μου. Η ατιμία μου. To μαύρο
σημάδι στη ζωή μου.
Κα Α
(Ακουμπάει το μάγουλό της στο χέρι του)
Όχι Μίλτο μου…
Κος Α
(Την απωθεί ήπια)
Ξέρεις από πού έρχομαι.; Αν ήξερες δε θα τολμούσες να μου την υπερασπίζεις. Αν είχες νιώσει κι εσύ αυτό που ένιωσα απόψε εγώ, θα την είχες σκοτώσει εσύ η ίδια. Τι φοβερό Θεέ μου! Πόσα μάτια με κοίταζαν και λυπόνταν για μένα και για την τύχη μου.,. Όλοι με κόρες ξεβγαλμένες πια, άλλες σε φυλακή, άλλες σε αναμορφωτήρια; άλλες σε κέντρα αποτοξίνωσης. κλέφτρες. λέσβιες… Τι ήτανε αυτό απόψε.,. Να κάθομαι εκεί μέσα και να προσπαθώ να σταθώ ανάμεσά τους…σα να μη ξέρουν κι αυτοί πως η κόρη μου είναι μια.,. Ξέρεις πού ήμουνα; Ε; ξέρεις από πού έρχομαι;
Κα Α
Πώς να ξέρω…
Κος Α
Ήμουνα σ’ ένα πάρτι που έδωσε ο Αλέκος. Ήτανε ένα πάρτι έκπληξη. Κανείς μας δεν ήξερε τίποτα ώσπου μας τηλεφώνησε ο Αλέκος στο καφέ. Εκεί όταν πήγαμε όλα ήταν έτοιμα για το πάρτι. Και μας είπε πως ήθελε να μας κάνει έκπληξη όπως και η κόρη του έκανε αυτό το ίδιο πρωί σε κείνον όταν του είπε ότι ήτανε έγκυος.
Κα Α
Ποια απ’ τις δυο; Η ανύπαντρη;
Κος Α
(Μιμούμενος τη φωνή της)
Ναι, η ανύπαντρη! Η μικρή του. Ικανοποιήθηκες;
Μήπως θα μου πεις πως αφού είναι ανύπαντρη δεν
πρέπει να κάνει παιδί; Αυτό θα ‘λεγες αν δε
φοβόσουν. Απολίτιστο ον! Τι θα ‘θελες να δεις και
ν’ ακούσεις ακόμα, πόσο θα ‘πρεπε να ζήσεις ακόμα
σ’ αυτή τη χώρα για να μάθεις να ζεις όπως
πρέπει; Μέχρι τα πέρατα του κόσμου όλοι έτσι
φέρονται. Και συ, εδώ και τριάντα χρόνια ακόμα
δεν έχεις γίνει τελείως σωστή. Γιατί δε φεύγεις να
πας στην Αραβία, στο Ιράν, στο Αφγανιστάν; Εκεί οι
γυναίκες είναι όπως εσύ-δυστυχισμένα όντα.
Τράβα να ζήσεις εκεί που σου πρέπει. Εσύ είσαι
που κατάστρεψες την κόρη σου. Εσύ φταις για ότι
έγινε-εσύ!
(Μιμείται τη φωνή της)
“Ποια απ’ τις δυο-η ανύπαντρη;” Αλλά το
παραδέχτηκες μόνη σου-και συ ίδια θα ήσουνα αν
δε σ’ έσπρωχνα εγώ να συμμορφωθείς. Θα
πέθαινες έχοντας γνωρίσει μόνον εμένα. Και
μήπως μου το αναγνωρίζεις;
( Σιωπή. Ψεύτικα ήρεμος)
Καλά! Εντάξει! Ας μην παίρνει ακόμα ναρκωτικά!
Καλά, ας μην έχει πάει φυλακή. Αλλά να είναι
ακόμα…να μην έχει γίνει ακόμα πόρνη, ε όχι, αυτο
πάει πολύ. Πότε θα γίνει τάχα; Όταν γεράσει;
Μάλιστα λοιπόν, η ανύπαντρη!
Όταν το ‘μαθα μαχαίρι να με χτύπαγε θα πόναγα λιγότερο. Έγκυος η κόρη του Αλέκου! Κι εγώ;
Εγώ; Εγώ να έρχομαι στο σπίτι στις μια η ώρα το πρωί και να βρίσκω μέσα την κόρη μου! Και συ μου λες να ησυχάσω, Να μη φωνάζω ,να μη
στενοχωριέμαι .Και πας να μου την καλύψεις κι
από πάνω.
(αποφασιστικά)
Φώναξέ τη μου! Φώναξέ τη μου! Θα της μιλήσω για τελευταία φορά. Δεν αντέχεται πια αυτή η κατάσταση. Πλούτη δεν έχω, σπίτια και βίλλες δεν έχω, αυτοκίνητα γυαλιστερά δεν έχω. Όμως αυτό δε θα πει πως είμαι και άνθρωπος που δε ζει μέσα στον κόσμο…Κι αν δεν έχω τίποτ’ άλλο, όμως έχω μιαν υπόληψη στην κοιγωνία. Δε θ’ αφήσω αυτή τη…να μην πω, να λερώνει την τιμή μου. Οι Αγαθίδηδες το ‘χανε πάντοτε καθαρό το μέτωπό τους. Δε θ’ αφήσω να μου το λερώσει η Τζούλια! (δυνατά) Φώναξέ την!
(Βγαίνει η κυρία Αγαθίδου. Ο κύριος Αγαθίδης προσπαθεί να πάρει ύφος που να μη δείχνει την αναστάτωσή του. Μπαίνει η κυρία Αγαθίδου ακολουθούμενη από τη Τζούλια. Η Τζούλια είναι μια κοπέλα σεμνή και σοβαρή)
Τζούλια (ΤΖ) ! Γεια σου πατέρα.
Κος Α
Γεια σου και σένα. Κάτσε.
( Η Τζούλια κάθεται και ο κύριος Αγαθίδης κάθεται
απέναντί της)
Τι ώρα είναι, ξέρεις;
ΤΖ
(κοιτάζει το ρολόι της)
Μία και τέταρτο.
Κος Α
(προσπαθώντας να κάνει ήρεμη τη φωνή του) Πόσες φορές σου έχω πει ότι ένα κορίτσι της ηλικίας σου δεν πρέπει να βρίσκεται στο σπίτι τέτοιαν ώρα;
ΤΖ
Πολλές φορές πατέρα.
Κος Α
Και πού σού έχω πει ότι πρέπει να βρίσκεται;
ΤΖ
Σ’ ένα μπαρ, στο σπίτι ενός αγοριού…
Κος Α
Και τι ώρα πρέπει ένα κορίτσι καθώς πρέπει να
γυρίζει στο σπίτι του;
ΤΖ
Μετά τις τέσσερες το πρωί.
Κος Α
Και τι απαραιτήτως πρέπει να έχει κάνει μια φορά
τουλάχιστον πριν γυρίσει στο σπίτι του;
ΤΖ
Να έχει συνευρεθεί με κάποιον.
Κος Α
(στρεφόμενος στην κυρία Αγαθίδου. Ειρωνικά)
Τι ωραία! Τι καλά! To κορίτσι μας τα ξέρει όλα! Και
μάλιστα πολύ καλά!
(Στη Τζοΰλια, δυνατά)
Και αφού τα ξέρεις τότε γιατί στο διάβολο δεν τα
κάνεις;
ΤΖ
Πατέρα τα ‘χουμε πει πολλές φορές. Δεν αλλάζει τίποτε αν τα πούμε μια φορά ακόμα.
Κος Α
To ξέρω, Όμως έχω πάντα μιαν ελπίδα πως μπορεί κάτι να γίνει. Δεν μπορώ να χωνέψω πως η κόρη μου έχει κατρακυλήσει τόσο χαμηλά, δεν μπορώ να χωνέψω πως η κόρη μου στα δεκάξι τής χρόνια είναι μια…ας με λυπηθεί ο Θεός… Και όλο λέω-ας προσπαθήσω πάλι. Ίσως να πετύχω. Ίσως όλα να διορθωθούν και μπορέσω πια να βγω έξω στις παρέες μου με το κεφάλι ψηλά. Ίσως. Εσύ τι λες; Δεν πρέπει να ελπίζω;
ΤΖ
Όχι πατέρα. Σ’ αγαπώ, σ’ εκτιμώ, σε σέβομαι, όμως δεν μπορώ να κάνω αυτό που μου ζητάς. Εμένα μ’ αρέσει η μουσική, μ’ αρέσει η μελέτη. Μ’ αυτά θέλω να ασχολούμαι.
Κος Α
Κόρη μου. αφού το θέλεις διάβαζε και μάθαινε μουσική. Αυτό μπορώ να το υποφέρω. Τόσες ώρες όμως σου μένουν. Βγες με αγόρια. Δώσε και σε μένα την ικανοποίηση πως έχω μιαν άξια κόρη. Τόσα αγόρια σε θέλουνε. Όταν σε βλέπουν τρέμει η ψυχή τους μέσα στο παντελόνι τους. Πήγαινε μαζί τους. Θα νιώσεις αλλιώς. Άκου κι εμένα. Δε θα θέλεις να ξεκολλάς από πάνω τους, αρκεί ένα τους να γνωρίσεις. Η ζωή σου τότε θ’ αλλάξει, θα δεις το φως του κόσμου. Και θ’ αλλάξει και η δική μας ζωή μαζί με τη δική σου. Δε θα ντρεπόμαστε πια να βγαίνουμε έξω και να κοιτάμε κατάματα τους άλλους. Δε θα τρέμουμε μήπως έρθει η συζήτηση σε σένα. Άνοιξε τα πόδια σου κόρη μου κι άφησε να μπει μέσα η χαρά. Αλλιώς το μαράζι θα φάει και μένα και τη μάνα σου. Μην κοιτάς που δε σου μιλάει αυτή-σε λυπάται-αλλιώτικα θα σου ‘λεγε τα ίδια.
(από το διπλανό διαμέρισμα ακούγονται ερωτικά βογγητά και επιφωνήματα)
ΤΖ
Όχι πατέρα. Δεν είναι για μένα η ζωή αυτή.
Κος Α
Όχι, όχι, όχι…τι άλλο να κάνω πια…σου είπα να σε
πάω σ’ ένα ψυχολόγο-όχι. Βρε κόρη μου, καλά, δε σκέφτεσαι τον εαυτό σου-θέλεις να καταστραφείς. Στο κάτω κάτω αυτό είναι δικαίωμά σου. Εμάς τους δυο όμως δε μας σκέφτεσαι; Που σε αναστήσαμε με την ελπίδα πως μεγαλώναμε μια φυσιολογική κοπέλα…που δε την παρασύρουν οι βρωμιές του ενός και του άλλου…που θα σιχαινόταν το σχολείο, θα σιχαινόταν τα βιβλία και που όπως όλες οι κοπελίτσες του Θεού θα ‘πιανε μια δουλίτσα και τις ελεύθερες ώρες της θα γύριζε από το ένα στο άλλο σερνικό χωρίς χαλινό, χωρίς ψευτοηθικές, χωρίς αρνήσεις.,. Όχι, δε μας σκέφτεσαι! Δε σε νιάζει που σκότωσες όλες τις ελπίδες μας! Πού να ξέραμε οι δόλιοι ότι γεννήσαμε, αναθρέψαμε, πονέσαμε και κουραστήκαμε yια μια…θα το πω γιατί αυτό είσαι-(δυνατά) για μια παρθένα! Ναι! Σ’ αρέσει δε σ’ αρέσει αυτό είσαι-μια παρθένα! (στον εαυτό του)
Μια τέτοια στην οικογένεια!..Τι αμαρτίες πληρώνω άραγε;…
Κα Α Μίλτο…
Κος Α
Πάψε και συ! (στην κόρη του)
Κόρη μου δες μια ματιά τριγύρω σου. Και άνοιξε τ’ αυτιά σου ν’ ακούσεις. Άκου δίπλα την κυρία Πόλα. Κάνε μια βόλτα στη γειτονιά. Θ’ ακούσεις βόγγους και ξεφωνητά να ‘ρχονται από παντού. Κοίτα στους δρόμους καθώς περπατάς. Ζευγάρια αγκαλιάζονται και φιλιούνται σε κάθε βήμα μπροστά σου. Άνοιξε την τηλεόραση (ανοίγει την τηλεόραση κσι στην οθόνη εμφανίζεται ένα ζευγάρι που κάνει έρωτα).Ορίστε! (κλείνει την τηλεόραση) Η κοινωνία μας δόξα το Θεό είναι γεμάτη παραδείγματα. Να πω ότι φοβάσαι τις αρρώστιες και γι αυτό…ή δε θέλεις να μείνεις
έγκυος… μα αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου-να φκιάχνει νέους ανθρώπους. Δεν το θέλεις αυτό;-προφυλακτικά γεμάτος ο τόπος. Στο σχολείο αυτό είναι το πρώτο που σας μάθανε. Ζούμε στο χρυσόν αιώνα κόρη μου, όλα τα μπορεί ο άνθρωπος. Πήγαινε λοιπόν έξω κόρη μου. Άνοιξε τα πόδια σου στον κόσμο. Δε σκέφτεσαι; Αν ο Θεός δεν ήθελε να χρησιμοποιείς το πράμα σου δε θα στο ‘δινε. Αχ! Άγια θα ‘τανε η μέρα που θα ‘βλεπα την κόρη μου να λιποθυμάει κάτω απο ένα αγόρι…
ΤΖ
Ναι, είναι μέσα στα καθήκοντα της γυναίκας να γεννάει άλλους ανθρώπους. Δεν είναι όμως να γυρνάει με τον ένα και με τον άλλο. Τότε δε θα ‘τανε άνθρωπος αλλά ζώο.
Κος Α
Ένα ζώο δεν είναι και ο άνθρωπος;
ΤΖ
Αν έχεις αυτή την ιδέα σε λυπάμαι και σένα και
όποιον άλλον την έχει.
Κος Α (έξαλλος)
Να λυπάσαι τον εαυτό σου βρωμιάρα! Να λυπάσαι τον εαυτό σου παληοθήλυκο! Που ζεις έξω από την κοινωνία…Παρθένα! Που γέμισες το σπίτι βιβλία!,..Ποιος τα ανακάλυψε να πάω να φτύσω στον τάφο του;..Και λυπάσαι συ εμένα…Αντί να φωνάζει ο γάιδαρος φωνάζει το σαμάρι… (οι βόγγοι και οι φωνές από δίπλα σταματάνε)
ΤΖ
Είσαι ένας χαμένος άνθρωπος αν σκέφτεσαι έτσι.
Κα Α
Κόρη μου…(την αγκαλιάζει και της κλείνει το στόμα με το χέρι της)
Κος Α
Άστηνε, άστηνε.. .χαμένος άνθρωπος… εγώ!.. παραλογίζεται, δεν ξέρει τι λέει πια. Χαμένοι όλοι οι άλλοι εκτός απ’ αυτήν! Εκατομμύρια λαού έχουν άδικο κι αυτή δίκιο. Χαμένοι όλοι κι αυτή μόνο είναι η σωστή. Άστηνε, άστηνε να δούμε τι άλλο θα πει. Άστηνε και θα ‘ναι τα τελευταία της λόγια αν δεν αλλάξει τροπάρι.
ΤΖ
Αν έκανα κάτι κακό θα ‘κλεινα το στόμα μου. Μα δεν κάνω τίποτα κακό. Εσύ νομίζεις έτσι. Είσαι τυφλός και δε βλέπεις. Εγώ ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω. Ανοίγω τ’ αυτιά μου κι ακούω. Εγώ βάζω το νου μου να σκέφτεται. Και ότι βλέπω και ακούω και νιώσω, το περνάω απ’ της ψυχής το εργαστήρι. Και αυτή μου λέει τι να πω και ΤΙ να κάνω.
Κος Α
Έτσι λοιπόν. Στην ψυχή σου βέβαια είναι η βλάβη. Αμφιβολία δε χωράει καμιά. Που δεν τη χρησιμοποιείς για να ζήσεις αλλά για να πεθαίνεις κάθε μέρα. Και τι σου λέει η ψυχή σου; Να μας πεθάνεις εμένα και τη μάνα σου;
ΤΖ
Θέλεις αλήθεια ν’ ακούσεις τι μου λέει η ψυχή
μου;
Κος Α
Πέστα. Θα περιμένω ώσπου να τελειώσεις. Και
ύστερα θα μιλήσω εγώ.
ΤΖ
Να λοιπόν. Λες πως ο άνθρωπος είναι ένα ζώο, Είναι και ζώο, αλλά όχι μόνο. Εκτός από κορμί έχουμε και την ψυχή. Και η ψυχή φωλιάζει μέσα στο σώμα. To κορμί μας είναι ένα τρομερό, ένα μυστηριώδες φανέρωμα της Δημιουργίας. Δεν είναι μονάχα το σκάφος που χρησιμοποιεί η ψυχή για να ‘ρθει στον κόσμο και για να φύγει απ’ αυτόν, αλλά είναι η βαση της ύπαρξής μας. Χωρίς αυτό όλα χάνονται: και η παρουσία μας μέσα στον χώρο, και η ελευθερία και η ευθύνη μας. Υπάρχουμε στον κόσμο αυτόν γιατί υπάρχουμε σωματικά. Γιατί δεν είμαστε μόνο πνεύμα αλλά και ύλη.
Και η ερωτική λειτουργία είναι η mo κεφαλαιώδης λειτουργία του σώματος του ανθρώπου. Αυτό τo κλειστό όλον, το σώμα του ανθρώπου, ανοίγει μέσα σ’ έκσταση, ταραχή και φρενήρες πάθος και δίνεται, κι ενώνεται μ’ ένα άλλο σώμα. Ξαφνικά σχίζεται ΤΟ μυστήριο της Δημιουργίας κσί ο άνθρωπος, με την εξουσία που του δόθηκε, μετέχει προταγωνιστόντας στην ανανέωση του ανθρώπινου γένους, στη συνέχιση της ροής του κόσμου. Μυστήριο φρικτό και αλάλητο, που πρέπει με άκρα διστακτικότητα να το προσεγγίζεις και να το μελετάς με τρόμο. Ν’ αναφέρεσαι σ’ αυτό με σέβας απέραντο και με συστολή Να το κατέχεις αλλά να μην ανασύρεις την καλύπτρα του, που είναι καλύπτρα άρρητης δόξας και τιμής του ανθρώπου. Αυτό το περήφανο αντίκρισμα του σώματος και της ερωτικής του λειτουργίας έχει χαθεί μέσα στον βρώμιο πολιτισμό σας. Κάθε βέβαια εποχή έχει τη χυδαιότητά της χυμένη γύρω από την ερωτική πράξη. To ξέρουμε από βιβλία, σχεδιάσματα, από ζωγραφιές, γλυπτά, μαρτυρίες ιστορικές. Αλλά επειδή ο άνθρωπος δεν είχε φθαρεί τόσο σε βάθος, η πλειοψηφία εξακολουθούσε να ζει μέσα στο νέφος του ερωτικού μυστηρίου ΚΙ αρνιότανε να συσσωματωθεί στη χυδαιότητα που τον πολιορκούσε, παλεύοντας να εξευτελίσει την ερωτική πράξη.
Η αιδώς βιωνόταν όχι υποκριτικά αλλά αληθινά, με συνείδηση της ηθικής της σπουδαιότητας για τη ζωή καί τη μοίρα του ανθρώπου. Ήταν αυτή που έριχνε σκοτεινό μαγνάδι στο πρόσωπο του έρωτα του σαρκικού, αφήνοντας δικαιωματικά την πρωτοκαθεδρία στην ψυχή και στον δικό της έρωτα. Η ψυχή έπρεπε νά γνωρίσει, η ψυχή έπρεπε να συγκατατεθεί, η ψυχή να πρωταγωνιστήσει στον μέγα και σπουδαίον υπαρξιακό άθλο του. Από τις κορυφές αυτές που ανεβήκαμε αντικρίζοντας τον έρωτα σαν κάτι ίερό, αν ρίξουμε ένα βλέμμα στον έρωτα όπως τον κατάντησε η εποχή μας, θα ζαλιστούμε. Θα πνιγούμε μέσα σε μιαν ερωτική εκβαρβάρωση. Θα κοπεί η ανάσα μας βλέποντας τον έρωτα να έχει ξεπέσει στη φιληδονία και μάλιστα σε μια φιληδονία ξένη προς το μυστήριο της ηδονής το σπαραχτικό, που η ερωτική πράξη κρύβει μέσα της.
Μετά το σμίξιμό τους οι άνθρωποι δε γνωρίζονται, δε χαιρετιούνται, δεν ξανάβλέπονται, δε νιώθουν καμμιά ευθύνη ο ένα για τον άλλο κι ας μπήκε, κι ας γνώρισε το άδυτο των αδύτων του. To ερωτικό πάθος που αισθάνεσαι πως δόθηκε για την αγάπη των ανθρώπων και για τον αλληλοσεβασμό, ντύνεται μια προπέτεια ανατριχιαοτική, μιαν αδιαντροπιά αγοραία, μιαν ελευθεριότητα που τσακίζει την ψυχή και σου κόβει την όρεξη της ζωής. Μας πολιορκεί πια απ’ όλες τις πλευρές η χυδαιότητα. Και δε μας πολιορκεί μόνάχα με το λόγο, με σιχαμερές εξιστορήσεις και με γαργαλιστικά ανέκδοτα, που ρημάζουν κυριολεκτικά την ιερότητα του’έρωτα. αλλά μας πολιορκεί και με την εικόνα της φωτογραφίας, του
κινηματογράφου, της τηλεόρασης, των περιοδικών και άλλων, εικόνα που βιάζεται να σου γνωρίσει λεπτομερώς τα πάντα και να μη σου επιτρέψει ν’ ανακαλύψεις μόνος σου τίποτε. Τα παιδιά, μόνο που έχουν τα βλέφαρα ανοιχτά, μολύνονται αμέσως, δηλητηριάζονται, γνωρίζουν τον έρωτα όσο πιο γρήγορα μπορούν κι αργότερα, χωρίς να το λογαριάσουν, τους περιμένει μια ανία ερωτική, μια αδιαφορία και μια ερημιά. Εσύ πατέρα αυτό το θεωρείς πρόοδο. Όπως τρως και χωνεύεις, έτσι και κάνεις έρωτα, λες. Τι πιο απλό, τι πιο σταθερό. Αυτή όμως δεν είναι πρόοδος. Είναι μια απογύμνωση, είναι μια χρεωκοπία και της φιλοσοφίας των καιρών μας αλλά και του πολιτισμού μας γενικότερα. Γιατί μην μπορώντας να ερμηνεύσει τον έρωτα ηθικά, πνευματικά, τον γκρεμίζει στη χυδαία βαρβαρότητα. Και ζούμε σήμερα αυτόν τον εξευτελισμό,και συμμετέχουμε σ’ αυτόν ταπεινωμένοι κι ας κάνουμε πως ανασαίνουμε από την πολλήν ελευθερία που τάχα αποκτήσαμε, γκρεμίζοντας ότι ιερό μας εξουσίαζε.
Και όλα αυτά με τις ευλογίες του πονηρού αυτού καιρού. Και καταντήσαμε να μη σεβόμαστε πια ούτε το ίδιο μας το κορμί. To αγγίζουμε, το παρακολουθούμε και το μελετάμε μονάχα βιολογικά, ποτέ ηθικά. Κι όμως, αυτό το κορμί βαραίνει τρομερά πάνω στη μοίρα της ψυχής μας. Παίζει κρισιμότατο ρόλο για την αιωνιότητά μας. Μα όσο κι αν οι καιροί μας αγωνίζονται να θανατώσουν την κρυμμένη ψυχή εξευτελίζοντας το θεατό κορμί που μέσα του την φέρει, αυτή, η ψυχή, δύσκολα πεθαίνει. Όλα πατέρα έχουν ένα όριο. Και η ερωτική πράξη έχει το όριό της στην υπερβατική ερμηνεία του μυστηρίου της. Όλα τ’ άλλα πoυ γίνονται σήμερα και που από την αχαλίνωτη ελευθερία έχουν κάνει τους ανθρώπους νευρωτικούς και χυδαίους, είναι υπέρβαση των ορίων, ανταρσία εναντίον των ίδιων μας των εαυτών ,κι αυτοκτονία συνεχής του κόσμου όπου ζούμε. Εγώ δε θ’ αυτοκτονήσω πατέρα, Δε θα υποκύψω σ’ ένα τέτοιον ερωτικό εκβιασμό. Ο έρωτας σε μένα θα γίνει όπως ταιριάζει σε άνθρωπο. Και με κάποιον που νιώθει ίδια καθώς εγώ. Κι ως τότε θα είμαι, όπως πριν λίγο είπες με φρίκη, μια παρθένα. Μάθε όμως, ότι φέρνει φρίκη σε σένα, για μένα είναι τιμή και καθήκον ιερό. Όχι πατέρα, Αφού άνθρωπος γεννήθηκα, θα ζήσω. ανθρωπινά. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, είναι έξω από τη φύση μου όσο κι αν εσύ φωνάζεις, όσο ΚΙ αν, χωρίς να το θέλω, σε στενοχωρώ.
Κος Α Τελείωσες;
ΤΖ
Τελείωσα πατέρα.
Κος Α
Απ’ ότι είπες κατάλαβα τα τελευταία σου λόγια μόνο-θα εξακολουθείς να με ντροπιάζεις ζώντας τη ζωή που εσύ έχεις διαλέξει και μόνον όποτε εσύ θελήσεις θα ζήσεις σα σωστή κοπέλα. Σωστά;
ΤΖ
Ναι πατέρα. Ακριβώς έτσι.
Κος A
(πετιέται πάνω αλλόφρων)
To μπιστόλι…πού είναι το μπιστόλι;
(βγαίνει στο άλλο δωμάτιο)
Κα A
Κόρη μου κρύψου.,.Φύγε..
.
ΤΖ
Όχι μητέρα, δεν ωφελεί.
Κα Α
Φύγε σου λέω-φύγε!…
ΤΖ
Όχι μητέρα, δεν πρέπει.
Κα Α
Θεέ μου’
(στέκει μπροστά στην κόρη της καλύπτοντάς την.
Μπαίνει ο κύριος Αγαθίδης με ένα πιστόλι στο
χέρι)
Κος Α
(στη μητέρα)
Φύγε από κει!
Κα Α
Όχι!
Κος Α
Φύγε από κει σου λέω!
Κα Α
Δε φεύγω! Δε θα τολμήσεις…
(0 κύριος Αγαθίδης σπρώχνει με δύναμη τη
γυναίκα του. Αυτή πέφτει κάτω. Αμέσως μετά
πυροβολεί τη Τζούλια στο στήθος. Η Τζούλια
πέφτει νεκρή. Η κυρία Αγαθίδου βγάζοντας
σπαραχτικές κραυγές αγκαλιάζει τη νεκρή κόρη
της)
Κος Α
(Πετάει μακριά το πιστόλι και ορθώνει το κεφάλι
του)
Καλλίτερα στη φυλακή με το κεφάλι ψηλά, παρά ένας άτιμος στην κοινωνία. Για μια υπόληψη ζούμε!
ΑΥΛΑΙΑ
Γιώργης Χολιαστός
Οκτωβρίου 1, 2008 στο 11:27 πμ
Μηπως ξερετε εαν καμια θεατρικη ομαδα θα ανεβασει το στοιχημα φετος στην αθηνα?ευχαριστω.
Οκτωβρίου 21, 2008 στο 2:25 πμ
Thanks for visiting my site. Yours is pretty interesting too!